Δημοσιεύτηκε: 05 Φεβ 2014, 23:29
stroum έγραψε:Ακόμα και αν αυτό ήταν εφικτό, τι θα έκανε με τους mirrors; Πώς θα εφάρμοζε αυτήν την απαγόρευση εκεί;
Ούτε εφικτό είναι, ούτε μπορεί η Canonical να απαγορεύσει στους χρήστες του Linux Mint να λαμβάνουν ενημερώσεις ή οτιδήποτε άλλο απευθείας από την Canonical αν θελήσουν.
Οι χρήστες είναι end users. Και μιας και τα πακέτα της Canonical διατίθενται και διανέμονται ελεύθερα και χωρίς χρηματική χρέωση, κάθε end user μπορεί να κατεβάζει από όπου γουστάρει.
Εγώ για παράδειγμα μπορώ στις πηγές του συστήματός μου να προσθέσω ταυτόχρονα τα αποθετήρια της Google, της Opera, του Debian, του Linux Mint (και του Ubuntu-based και του LMDE), του Launchpad, του solydkx ή και οποιοδήποτε άλλο αποθετήριο θέλω να μου παρέχει πακέτα .deb και να μη δώσω λογαριασμό σε κανέναν μιας και τα πακέτα διατίθενται ελεύθερα από τα αποθετήρια αυτά.
Το αν έτσι θα διαλύσω το σύστημά μου είναι άλλη ιστορία, αλλά το θέμα είναι πως έχω δικαίωμα να το κάνω (και πλάκα πλάκα το έχω κάνει
Ο περιορισμός που δικαιούται να βάλει είναι να απαγορέψει στο Linux Mint να χρησιμοποιεί τα αποθετήρια της Canonical για ό,τι διανείμει ως προεγκαταστημένο στη διανομή.
Δηλαδή, η διανομή να είναι αυτόνομη και να έχει όλα τα βασικά λειτουργικά της πακέτα από τα αποθετήρια του Linux Mint.
Από εκεί και πέρα, οι χρήστες του Linux Mint αν θέλουν θα μπορούν να προσθέσουν στις πηγές τους και τα αποθετήρια της Canonical, όπως μπορεί να το κάνει και ένας χρήστης Debian για παράδειγμα (που σιγά μην το κάνει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα).
** Εδώ να προσθέσω, πως για το Linux Mint Debian Edition που αντίστοιχα βασίζεται στο Debian (Testing), αυτό ισχύει έτσι κι αλλιώς. Στις πηγές της διανομής δεν υπάρχουν τα αποθετήρια του Debian και δεν υπάρχει και το Debian keyring, οπότε αν κάποιος θέλει κάτι από το Debian που δεν υπάρχει στα αποθετήρια του Linux Mint Debian Edition, τότε θα πρέπει ή να περάσει τα αποθετήρια χειροκίνητα ή να κατεβάσει το πακέτο και να το εγκαταστήσει.
Δεν είδα κανέναν να κατηγορεί το Debian όμως...
stroum έγραψε:Αν ποτέ συνέβαινε κάτι τέτοιο, όλοι οι δημόσιοι servers που φιλοξενούν τα πακέτα τού Ubuntu ( πχ δημόσια πανεπιστήμια, δημόσια ερευνητικά ιδρύματα κλπ) και προσφέρουν δωρεάν bandwidth, θα έκλειναν την ίδια μέρα, αλλιώς οι διαχειριστές τους θα κινδύνευαν να πάνε φυλακή. Γιατί την μια μέρα θα ήταν διακινητές ελεύθερου λογισμικού και την επόμενη θα διαχειρίζονταν ενα δημόσιο αγαθό ( το bandwidth τού οργανισμού) με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων ιδιωτικής κερδοσκοπικής εταιρείας. Μιλάμε για κατάχρηση δημόσιας περιουσίας.
Όχι. Οι servers που φιλοξενούν τα πακέτα τού Ubuntu αλλά και κάθε διανομής είτε ιδιωτικοί είτε δημόσιοι έχουν ήδη εγκριθεί και πάρει άδεια από την εκάστοτε διανομή. Η λειτουργία τους δεν είναι δε αυτόνομη, αλλά λειτουργούν ως mirrors ( https://wiki.ubuntu.com/Mirrors ).
Επίσης, οι servers αυτοί δεν διακινούν μη ελεύθερο λογισμικό.
Οι διανομές αποφεύγουν να διατηρούν ιδιοταγή πακέτα στα αποθετήριά τους και η εγκατάσταση μιας κλειστής εφαρμογής συνήθως δεν γίνεται από τον ίδιο τον mirror,
Για παράδειγμα, όταν εγκαθιστάς το Flash ή τις γραμματοσειρές της Microsoft στο Ubuntu, δεν τα κατεβάζεις απευθείας από τον mirror, αλλά κατεβάζεις ένα πρόγραμμα εγκατάστασης που με τη σειρά του τα κατεβάζει από τη σελίδα τους για λογαριασμό σου και τα εγκαθιστά.
stroum έγραψε:Όταν στηρίζεται κάποιος σε τόσο μεγάλο βαθμό στο δωρεάν, τόσο για την παραγωγή όσο και για την διακίνηση τού προϊόντος του, το να διαμαρτύρεται για το τσάμπα δεν είναι μόνο κάπως περίεργο, αλλά και οικονομικά ασύμφορο.
Το ότι το κόστος μιας διανομής δεν μετακυλίεται στον τελικό ιδιώτη χρήστη, δεν σημαίνει πως η παραγωγή και διακίνησή του είναι δωρεάν.
Η συντήρηση μιας τόσο μεγάλης διανομής όπως το Ubuntu, το Debian, η Fedora κτλ κοστίζει πολλά χρήματα.
Το «δωρεάν διάθεση» αν και αποτελεί την πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν ισχύει πάντα.
Το Red Hat Enterprise Linux είναι διανομή που δεν διατίθεται δωρεάν, αλλά μόνο επί πληρωμή, ακόμα και αν τα πακέτα της (όσα από αυτά είναι ελεύθερο λογισμικό) διατίθενται ελεύθερα.
Ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι το πως λειτουργούν τα Cent OS και Scientific Linux, και τα δύο από τα οποία βασίζονται στο Red Hat Enterprise Linux.
Και οι δύο αυτές διανομές λοιπόν, παίρνουν τον κώδικα του Red Hat Enterprise Linux, τον μεταγλωττίζουν, τον πακετάρουν φροντίζοντας να διατηρήσουν όσο μεγαλύτερη συμβατότητα με το Red Hat Enterprise Linux και στη συνέχεια φιλοξενούν τα πακέτα και τον πηγαίο κώδικα στους δικούς τους servers και mirrors.
Όταν υπάρχουν ενημερώσεις για το Red Hat Enterprise Linux, οι χρήστες του Cent OS δεν τις λαμβάνουν αυτόματα από τη Red Hat (όπως συμβαίνει τώρα με τους χρήστες Linux Mint που τις λαμβάνουν αυτόματα από την Canonical), αλλά οι maintainers του Cent OS ενημερώνουν τα δικά τους πακέτα σύμφωνα με τον κώδικα που δημοσιεύει η Red Hat, πακετάρουν ξανά και διαθέτουν τις ενημερώσεις στους χρήστες τους.