Ὁ καπιταλισμὸς τῆς ἀνάπτυξης ἔχει πεθάνει. Ὁ σοσιαλισμὸς τῆς ἀνάπτυξης, ποὺ τοῦ μοιάζει σὰν ἀδελφός, μᾶς δίνει τὴν παραμορφωμένη εἰκόνα, ὄχι τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ τοῦ παρελθόντος μας. Ὁ μαρξισμός, παρ' ὅλο ποὺ παραμένει ἀναντικατάστατος ὡς ἐργαλεῖο ἀνάλυσης, ἔχει χάσει τὴν προφητική του ἀξία.
Ἡ ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, χάρη στὴν ὁποία ἡ ἐργατικὴ τάξη θὰ ἔσπαγε τὶς ἁλυσσίδες της καὶ θὰ θεμελίωνε τὴν παγκόσμια ἐλευθερία, ἀφαίρεσε ἀπὸ τοὺς ἐργάτες καὶ τα τελευταῖα ὑπολείμματα ἀνεξαρτησίας, σταθεροποίησε τὸ διαχωρισμὸ τῆς χειρωνακτικῆς ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐργασία καὶ κατέστρεψε τὶς ὑλικὲς καὶ ὑπαρξιακὲς βάσεις γιὰ κάποια ἐξουσία τῶν παραγωγῶν.
Ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, ποὺ θἄπρεπε νὰ ἐξασφαλίσει σὲ ὅλους τὴν ἀφθονία καὶ τὴν εὐημερία, ἐπαύξησε τὶς ἀνάγκες μὲ μεγαλύτερο ρυθμό, δὲν ἐπέτυχε πιὰ νὰ τὶς ἰκανοποιήσει καὶ κατέληξε σὲ πλῆθος ἀδιεξόδων, ποὺ δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικά: Ὁ καπιταλισμὸς τῆς ἀνάπτυξης βρίσκεται σὲ κρίση ὄχι μόνον γιατὶ εἶναι καπιταλισμός, ἀλλὰ καὶ γιατὶ εἶναι καπιταλισμὸς τῆς ἀνάπτυξης.
Μποροῦν νὰ ἐπινοηθοῦν κάθε εἴδους γιατροσόφια γιὰ τὰ ἀδιέξοδα στὰ ὁποῖα καταλήγει αὐτὴ ἡ κρίση. Ὁ νεωτερισμός της ὅμως βρίσκεται στὸ ὅτι κάθε ἐπιμέρους καὶ διαδοχικὴ λύση, μὲ τὴν ὁποία ἰσχυρίζονται ὅτι θὰ τὴν ξεπεράσουν, καταλήγει ἐν τέλει νὰ τὴν ἐπιδεινώνει. Γιατί, ἐνῶ παρουσιάζεται μὲ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς κλασικῆς κρίσης ὑπερσυσσώρευσης, ἡ σύγχρονη κρίση δίνει καὶ νέες διαστάσεις πού, ἐκτὸς ἀπὸ σπάνιες περιπτώσεις, οἱ μαρξιστὲς δὲν εἶχαν προβλέψει καὶ στὶς ὁποῖες αὐτὸ ποὺ μέχρι σήμερα ἐννοούσαμε ὡς «σοσιαλισμὸ» δὲν ἔχει δώσει ἀπάντηση: κρίση τῆς ἐργασίας, κρίση τῆς σχέσης μας μὲ τὴ φύση, μὲ τὸ σῶμα μας, μὲ τὸ ἄλλο φύλο, μὲ τὴν κοινωνία, μὲ τὴν καταγωγή μας, μὲ τὴν ἱστορία, κρίση τῆς ζωῆς στὴν πόλη, τῆς κατοικίας, τῆς ἱατρικῆς, τοῦ σχολείου, τῆς ἐπιστήμης.
Γνωρίζουμε πὼς ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς δὲν ἔχει μέλλον, πὼς τὰ παιδιὰ ποὺ θὰ φέρουμε στὸν κόσμο δὲν θὰ χρησιμοποιοῦν, ὅταν ἐνηλικιωθοῦν, οὔτε ἀλουμίνιο οὔτε πετρέλαιο, ὅτι, ὥσπου νὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ σύγχρονα ἀτομικὰ προγράμματα, τ' ἀποθέματα οὐρανίου θὰ ἔχουν ἐξαντληθεῖ.
Γνωρίζουμε ὅτι ὁ κόσμος μας ἐξαντλεῖται, ὅτι, ἂν συνεχίσουμε ὅπως μέχρι τώρα, οἱ θάλασσες καὶ τὰ ποτάμια θὰ γίνουν ἄγονα, τὸ ἔδαφος θὰ χάσει τὴ φυσική του γονιμότητα, ὁ ἀέρας στὶς πόλεις θὰ γίνει ἀποπνικτικὸς καὶ ἡ ζωὴ θὰ γίνει προνόμιο, στὸ ὁποῖο θὰ ἔχουν δικαίωμα μονάχα τὰ ἐπιλεγμένα δείγματα μιᾶς νέας ἀνθρώπινης φυλῆς, προσαρμοσμένης μὲ χημικὸ ἔλεγχο καὶ γενετικὸ προγραμματισμό, στὸ νέο οἰκολογικὸ καλούπι, ποὺ οἱ βιο-μηχανικοὶ θὰ ἔχουν συναρμολογήσει γιὰ χάρη της.
Γνωρίζουμε ὅτι, ἐδῶ καὶ ἑκατὸν πενῆντα χρόνια, οἱ ἐκβιομηχανισμένες κοινωνίες ζοῦν ἀπὸ τὴν αὔξουσα λεηλασία ἀποθεμάτων ποὺ γιὰ τὸ σχηματισμό τους χρειάστηκαν ἑκατομμύρια χρόνια καὶ ὅτι, μέχρι πρόσφατα, οἱ οἰκονομολόγοι, κλασικοὶ ἢ μαρξιστές, ἀπόρριψαν ὡς «ὀπισθοδρομικὲς» ἢ «ἀντιδραστικὲς» τὶς ἀναφορὲς στὸ μακρυνὸ μέλλον: τὸ μέλλον τοῦ πλανήτη, τὸ μέλλον τῆς βιόσφαιρας, τὸ μέλλον τῶν πολιτισμῶν. «Στὸ μακρυνὸ μέλλον θὰ εἴμαστε ὅλοι νεκροί», ἔλεγε ὁ Keynes, γιὰ νὰ κάνει μὲ καυστικὸ χιοῦμορ κατανοητὸ πὼς ὁ χρονικὸς ὁρίζοντας τοῦ οἰκονομολόγου δὲν ἔπρεπε νὰ ξεπερνάει τὰ δέκα ἢ εἴκοσι προσεχῆ χρόνια. Μᾶς διαβεβαίωναν ὅτι «ἡ ἐπιστήμη» θὰ ἀνακάλυπτε καινουργιους δρόμους κι οἱ μηχανικοὶ νέες μεθόδους, ποὺ σήμερα δὲν ὑποψιαζόμαστε κάν.
...
Οἱ οἰκονομολόγοι περιορίζονταν οὐσιαστικὰ μέχρι τώρα νὰ χαρακτηρίζουν «οὐτοπιστὲς» καὶ ἀνεύθυνους ὅσους ἐπεσήμαιναν τὰ συμπτώματα αὐτά, μιᾶς κρίσης στοὺς βαθύτερους δεσμοὺς μέ τὴ φύση, μέσα στοὺς ὁποίους ἡ οἰκονομικὴ δραστηριότητα βρίσκει τὸν πρῶτο ὅρο της. Τὸ πιὸ προχωρημένο σημεῖο στὸ ὁποῖο ἡ πολιτικὴ οἰκονομία μπόρεσε νὰ φτάσει ἦταν ν` ἀντιμετωπίσει τὴ μηδενικὴ αὔξηση τῆς κατανάλωσης φυσικῶν πόρων.